κυπαιρίσκος
κυπαιρ-ίσκος,
- Dim. of κύπαιρος [cyperus, galingale,] Alcm. 58 P. [edited from Supp.]
κυπαιρίσκος, ου (ὁ) [ῠ] dim. du suiv. Alcm. 22.
κυπαιρίσκος, ὁ, dor. = κύπειρος od. κυπαρίσκος, Alcm. bei Hephaest. p. 76.