κύρημα
κύρημα, windfall
κύρημα [ῠ], ατος, τό,
- = κύρμα, windfall, Phot., Suid.
κύρημα, τό, was Einem begegnet, zustößt, = κύρμα, von Suid. ἐπίτευγμα, ἕρμαιον erkl.
κύρημα, windfall