Κύρειος
Κύρειος, of Cyrus
Κύρειος [ῡ], α, ον,
- of Cyrus: οἱ K., his troops, X. HG 3.2.7, al.
Κύρειος, α, ον, de Cyrus, Xén. Hell. 3, 2, 18 ; οἱ Κύρειοι, Xén. Hell. 3, 2, 7, les troupes de Cyrus.
Étym. Κῦρος.
Κύρειος, α, ον
- of Cyrus, Xen.