κυρηβασία
κυρηβασία, butting
κῠρηβ-ᾰσία and κῠρήβ-ᾰσις, εως, ἡ,
- butting with the horns, Sch. Ar. Eq. 272, Suid.
κυρηβασία, ἡ, = κυρήβασις, Suid.
κυρηβασία, butting