λάβιον
λάβιον, haft
λᾰβ-ιον, τό,
- Dim. of λαβή 1, haft, Str. 12.2.10.
λάβιον -ου, τό [λαβή ] handle Strab. 12.2.10.
λάβιον, ου (τὸ) dim. de λαβή, Str. 540.
λάβιον, τό, dim. von λαβή, τὰ λάβια τοῖς μαχαιρίοις κατασκευάζω, Strab. XII.540, Schwertgriff.