λαβρηγορέω
λαβρηγορέω, boast
λαβρ-ηγορέω,
- boast, Tz.ad Hes. Op. 477.
λαβρηγορέω , contr. [λαβραγόρης] Sch. Hes. Op. 477bis, see λαβραγορέω.
λαβρηγορέω, = λαβραγορέω, Schol. Hes. p. 114.