λαβράκτης
λαβράκτης, ου, ὁ,
- = λαβραγόρης, Pratin.Lyr. 5.
λαβράκτης -ου, ὁ [λαβράζω ] braggart: ἀοιδὰ λ. boastful song Prat. 5b. 2 (codd.; ἀοιδολαβρ- edd.).
λαβράκτης, ου (ὁ) [ᾰ̄] c. λαβραγόρης, Pratin. (Ath. 624f).
λαβράκτης, ὁ, = λαβραγόρης, Pratinas bei Ath. XIV.624f.