λαβράκιον
λαβράκιον [ρᾱ], τό, Dim. of λάβραξ, Antiph. 222.2, Amphis 35.
λαβρά̄κιον -ου, τό [λάβραξ ] ichthyol. (sea) bass Antiph. 221.2 etc.
λαβράκιον, ου (τὸ) [ᾰ̄ᾱ] dim. de λάβραξ, Antiph. et Amph. (Ath. 295f).
λαβράκιον, τό, dim. von λάβραξ, Antiphan. bei Ath. XIV.662b ; Amphis VII.295f.