λαμπαύρας Save LSJ Bailly 2024 λαμπαύρας, ὁ, v. λαμπαδίας. λάμπεσκε, Ion. Iterat. of λάμπω. λαμπαύρας, ου (ὁ) c. λαμπαδίας 2, Procl. Ptol. 1, 9, p. 33.