Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λίκιγξ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθουλκόν
λιθουλκός
λιθουργεῖον
λιθουργέω
λιθουργής
λιθουργία
λιθουργικός
λιθούργιον
λιθουργός
λιθουρία
λιθουρικός
λιθοφορέω
λιθοφόρος
λιθοφρύγιον
λιθόχροος
λιθοψήκτης
λιθόψυχος
λιθόψωκτος
λιθόω
λιθρανάριον
Λίθρος
λιθώδης
λιθωδία
λιθωμότης
λιθώπης
λιθῶπις
λίθωσις
λιθωτός
λικερτίζειν
λίκηνον
λίκιγξ
Λικινία
Λικίνιος
Λικιννία
Λικίννιος
λικμάζειν
λικμαία
λικμαῖος
λικμάς
λικμάω
λίκμησις
λικμητήρ
λικμητήριον
λικμητηρίς
λικμητής
λικμητικός
λικμητός
λικμητρίς
λικμήτωρ
λικμίζει
λικμίζω
λικμός
λικμοφόρος
λικμών
λικνάριον
λικναφόρος
λικνίζω
λικνίτης
λικνῖτις
λικνοειδής
λίκνον
…
λίκιγξ
Save
Pape
λίκιγξ
, nach
Schol. Ar. Ach
. 1034 ἡ ἐλαχίστη βοὴ τοῦ ὀρνέου.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}