Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λικνίζω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λίθωσις
λιθωτός
λικερτίζειν
λίκηνον
λίκιγξ
Λικινία
Λικίνιος
Λικιννία
Λικίννιος
λικμάζειν
λικμαία
λικμαῖος
λικμάς
λικμάω
λίκμησις
λικμητήρ
λικμητήριον
λικμητηρίς
λικμητής
λικμητικός
λικμητός
λικμητρίς
λικμήτωρ
λικμίζει
λικμίζω
λικμός
λικμοφόρος
λικμών
λικνάριον
λικναφόρος
λικνίζω
λικνίτης
λικνῖτις
λικνοειδής
λίκνον
λῖκνον
λικνοστεφεῖ
λικνοστεφέω
λικνοφορέω
λικνοφόρος
λικνόω
λικουάμεν
λικριφίς
λικροί
λίκτης
λίκτωρ
Λίκυμνα
Λικύμνειος
Λικύμνιος
Λίλαια
Λιλαίηθεν
λιλαίομαι
Λίλαιον
Λίλαιος
Λίλαντος
λιλεῖ
λιλουργετόν
Λιλυβαιῗτις
Λιλυβαιῖτις
Λιλύβαιον
Λιλυβηΐς
…
λικνίζω
Save
LSJ
Pape
λικν-ίζω,
= λικμάω,
PFay.
102.30 (ii A.D.),
Gloss.
λικνίζω
, = λικμάω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}