λικμητηρίς
λικμ-ητηρίς, ίδος, ἡ, = foreg., Poll. 1.245.
λικμητηρίς -ίδος, ἡ [λικμητήρ ] Poll. 1.245, see λικμητήριον.
λικμητηρίς, ίδος, ἡ, Werkzeug zum Getreidereinigen, Worfschaufel, Poll. 1.245.