λαιμώσσω
λαιμώσσω,
- = λαιμάσσω, Hippon. 76 (λαιμᾷ Bgk., metri causa), Nic. Al. 352 (v.l. for λαιμάσσοντα).
λαιμώσσω Nic. Al. 352 (v.l.), see λαιμάσσω.
λαιμώσσω, c. λαιμάσσω, Hippon. fr. 76 (λαιμᾷ Bgk) ; Nic. Th. 470, Al. 352.
λαιμώσσω, = λαιμάσσω, Nic. Al. 352.