λαβρόω Save Bailly 2024 Pape λαβρόω-ῶ, au moy. λαβρόομαι [ᾰ̄] se ruer, Lyc. 705. Étym. λάβρος. λαβρόω, gierig fressen, verschlucken, χεῦμα Κωκυτοῖο λαβρωθὲν σκότῳ, Lycophr. 705, Schol. ὑψωθέν.