Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαγκίδιον
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λαγγοβρίται
λαγγονεύω
λαγγώδης
λαγγών
Λάγγων
λάγδην
Λαγείδας
λάγειος
λαγερός
Λάγεσις
λαγέτας
λαγέτης
λαγην-
λαγηνάριος
λαγήναρχος
λαγήνιον
λάγηνος
λαγηνοφόρια
λαγιδεύς
Λαγίδης
λαγίδιον
Λάγινα
λάγινος
λάγιον
Λάγιος
Λαγίσκη
λάγκατα
λάγκη
λαγκία
λαγκιάριος
λαγκίδιον
λαγκίολα
λάγκλα
λάγκλιον
Λαγκόβαρδοι
Λαγκόβριγα
λαγκούριον
λαγκρύζεσθαι
Λάγμος
λαγνεία
λάγνευμα
λαγνεύω
λάγνης
λαγνικός
λάγνιος
λαγνίστατος
λάγνος
λάγνως
λαγόγηρως
λαγοδαίτης
λαγοθήρας
λαγοθηρέω
λαγοκτονέω
λαγοκύμινον
λαγονάτη
λαγόνος
λαγορεῖς
λαγός
Λᾶγος
Λάγος
λαγοσφαγία
…
λαγκίδιον
Save
Brill-Montanari
λαγκίδιον
-ου,
τό
[
λαγκία
]
small spear
IoMal.
Chron.
18 p. 458.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}