λαγίδιον
λᾰγῐδ-ιον, τό, Dim. of λαγώς, M.Ant. 10.10, Poll. 5.15.
λᾰγίδιον -ου, τό [λαγώς] leveret MAur. 10.10 etc.
λαγίδιον, ου (τὸ) [ᾰῐδ] levreau, M. Ant. 10, 10.
Étym. λαγώς.
λαγίδιον, τό, dim. von λαγώς, Häslein, M.Ant. 10.10 ; Poll. 5.15.