λαμπαδάρχισσα Save LSJ Brill-Montanari λαμπᾰδάρχ-ισσα, ἡ, fem. of λαμπαδάρχης, Ephes. 3.151 No.68. λαμπᾰδάρχισσα -ης fem. of λαμπαδάρχης iEph. 3068.8.