λαμπαδουχία
λαμπαδουχία, torch-carrying
λαμπᾰδουχ-ία, ἡ,
- torch-carrying, Lyc. 1179 (pl.).
λαμπᾰδουχία -ας, ἡ [λαμπαδοῦχος] act of carrying a torch Lyc. 1179 (pl.) | fig. illumination NilAnc. Ep. 3.184 (79.469D) etc.
λαμπαδουχία, ας (ἡ) [πᾰ] action de tenir un flambeau, Lyc. 1179 au pl.
Étym. λαμπαδοῦχος.
λαμπαδουχία, ἡ, = λαμπαδηφορία, Lycophr. 1179 im plur.; K.S.