λαμπαδικός
λαμπαδικός, of torches
λαμπᾰδ-ικός, ή, όν,
- of torches, δρόμος λ. the torch-race, Sch. Lyc. 732.
λαμπᾰδικός , ἀγών or δρόμος , ὁ [λαμπάς ] Sch. Lyc. 732, see λαμπαδηδρομία.
λαμπαδικός, zur Fackel gehörig, ἀγών, Fackellauf, Schol. Lycophr. 732.