λαμπαδίειος
λαμπαδίειος, belonging to a torch
λαμπᾰδ-ίειος, α, ον,
- belonging to a torch, ὕσπληξ IG ΙΙ(2).203 B 96 (Delos, iii B. C.).
λαμπαδίειος, belonging to a torch