λαμπαδοποιός Save λαμπαδοποιός, torch-maker LSJ Brill-Montanari λαμπᾰδο-ποιός, ὁ, torch-maker, Gloss. λαμπᾰδοποιός -οῦ, ὁ [λαμπάς, ποιέω] torch maker Gloss.