Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαοτίνακτον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λαοκόωσα
λαοκρατέομαι
λαοκρατία
λαοκρίτης
Λαομέδεια
Λαομεδοντιάδης
Λαομεδόντιος
λαομέδων
Λαομέδων
λᾷον
Λαονίκη
Λαονόμη
λαοξικός
λαοξοϊκός
λαοξόος
λαοξουργέω
λαοπαθής
λαόπαις
λαοπλάνος
λαοπόρος
λαοργός
λαός
λᾶος
Λᾶος
Λᾷος
λαοσεβής
λαοσόος
λαοσσόος
λαοσσοῦς
λαοτέκτων
λαοτίνακτον
λαοτίνακτος
λαοτομέω
λᾳοτομέω
λαοτόμος
λαοτόρος
λαοτρόφος
λαότροφος
λαοτύπος
Λαουϊνία
Λαουινϊάται
Λαουΐνιον
λαοφθόρος
λαοφόνος
λαοφόρος
Λαοφόων
Λαοφῶν
λαοχαρής
λάπαγμα
λαπαγμός
λαπαδνός
λαπάζειν
λαπάζω
λαπαθοειδής
λάπαθον
λάπαθος
λαπακτικός
λάπαξις
λαπάρα
λαπάρη
λαπαρός
…
λαοτίνακτον
Save
Pape
λαοτίνακτον
, [λᾱ], ὕδωρ,
vom Steine erschüttert
, Bian. 4 (IX.272).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}