λατύσσω
λατύσσω, clap, strike
λᾰτύσσω,
- clap, strike, in Med., πέρδικες . . λατυσσόμενοι πτερύγεσσι Opp. C. 2.430:—Pass., Id. H. 1.628.
λατύσσω (seul. prés.) [ᾰ] faire claquer, faire du bruit en frappant, Opp. H. 1, 628. ||
Moy. m. sign. Opp. C. 2, 430.
λατύσσω, (vgl. λάταξ), klatschen, schlagen, Hesych. – Med., πέρδικες λατυσσόμενοι πτερύγεσσιν, Opp. Cyn. 2.437, u. pass., θάλασσα λατυσσομένη πτερύγεσσιν, Hal. 1.628.