About
Menu

λατύσσω

λατύσσω, clap, strike

λᾰτύσσω,
  • clap, strike, in Med., πέρδικες . . λατυσσόμενοι πτερύγεσσι Opp. C. 2.430:—Pass., Id. H. 1.628.

Saved

Recent