λαυκανίη
λαυκανίη, the throat
λαυκᾰνίη, ἡ,
- throat, φαίνετο δʼ ᾗ κληῗδες ἀπʼ ὤμων αὐχένʼ ἔχουσι, λαυκανίην Il. 22.325 (cf. 24.642: λευκανίη is v.l. ibid. (cf. Ruf. Onom. 48, 68) and prevails in later Ep., as Orph. L. 554 (pl.); λευκανίηθεν Opp. H. 1.755; -ηνδε A.R. 2.192).
λαυκᾰνίη -ης, ἡ throat Il. 22.325 (v.l. λευκανίη Plut. QConv. 698e), 24.652 AP 4.18 Nic. Al. 131 etc. ‖ later, see λευκανίη.
λαυκανίη, ης (ἡ) [ᾰ] gorge, gosier, Il. 22, 325.
Étym. cf. λευκανίη.
λαυκανίη
-ης, ἡ (cf. ἀσφάραγος, φάρυξ).
The throat : ᾗ κληῗδες ἀπʼ ὤμων αὐχένʼ ἔχουσι, λαυκανιην (in whole - and - part apposition with αὐχένα) Il. 22.325.
More specifically, the gullet : οἶνον λαυκανίης καθέηκα Il. 24.642.
λαυκανίη : throat, gullet. (Il.)
λαυκανίη
λαυκᾰνίη, ἡ,
= λαιμός
- the throat, Il.