Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λάτρευσις
λάτρευσις, servitude
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λάτμιος
Λάτμος
Λατο-
Λατογένεια
Λατογενής
Λατοΐδας
λατοίδας
Λατοίδας
λατομεῖον
λατομεύω
λατομέω
λατόμημα
λατομητός
λατομία
λατομικός
λατόμιον
λατομίς
λατόμος
λάτος
λατραβάζω
λατραβία
λατραβιάζειν
λατραβίζω
λατραβός
λατράζω
λατρεία
λάτρειος
λατρείω
λάτρευμα
λατρεύς
λάτρευσις
λατρευτέος
λατρευτής
λατρευτικός
λατρευτός
λατρεύω
λάτρης
λάτριος
λάτρις
λάτρον
λατρώδης
λάττα
Λατταμύας
Λάτυμνον
λατυπέω
λατύπη
λατυπικός
λατύπος
λατύσσομαι
λατύσσω
Λατώ
Λατωΐς
Λατῷος
λαυκανία
λαυκανίη
λαυκάνιον
λαυκελαρχέω
λαύκη
Λαυμέδων
λαύορον
λαύρα
…
λάτρευσις
Save
λάτρευσις, servitude
LSJ
λάτρ-ευσις, εως, ἡ,
servitude,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}