About
Menu

λαύκη

λαύκη· φοβερά, Hsch. (Cf. λυκεῖον.) λαύξει· κρατεῖ, δαίνυται, εὐφραίνει, Id. λαυξία· δαρής . . (Cret.), Id. λαῦξις,
  • = λῆξις (A), Id.

Saved

Recent