λειεντεριώδης
λειεντεριώδης, affected with failure to digest
λειεντερ-ιώδης, ες,
- affected with λειεντερία, κοιλίαι Hp. Aph. 4.12.
λειεντεριώδης -ες [λειεντερία ] Hp. Aph. 4.12, see λειεντερικός.
λειεντεριώδης, ης, ες, malade de lientérie, Hpc. 79d, etc.
Étym. λειεντερία, -ωδης.
λειεντεριώδης, ες, an der λειεντερία leidend, Hippocr.