λειμωνήρης
λειμωνήρης, belonging to a meadow
λειμων-ήρης, ες,
- belonging to a meadow, βοτάνη Suid.
λειμωνήρης, ες, zur Wiese od. Aue gehörig, βοτάνη, Suid.
λειμωνήρης, belonging to a meadow