λειμωνίς
λειμων-ίς, ίδος, poet. fem. of λειμώνιος, D.P. 756.
λειμωνίς -ίδος [λειμών ] Dion.9 756, see λειμώνιος.
λειμωνίς, ίδος [ῐδ] adj. f. c. le préc. DP. 756.
λειμωνίς, ίδος, ἡ, fem. zu λειμώνιος ; ποίη, Dion.Per. 756 ; Nonn.