Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λειμωνόθε(ν)
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λειεντερικός
λειεντεριώδης
λεΐζομαι
λείηνα
λείηναν
λεικνάριον
λεῖκνον
λείκτης
λειμακέστερος
λειμακίδες
λειμακίς
λειμακώδης
λεῖμαξ
λείμαξ
λεῖμμα
λειμματιαῖος
λειμόδωρον
λειμών
Λειμών
Λειμώνη
λειμωνήρης
λειμωνιάς
λειμωνιάτης
λειμώνιον
Λειμώνιον
λειμώνιος
λειμωνίς
λειμωνῖτις
λειμωνοειδής
λειμωνόθε
λειμωνόθε(ν)
λειμωνόθεν
λείν
λεῖξις
λείξουρος
λειόβατος
λειογένειος
λειόγλωσσος
λειοθαλασσία
λειοθασία
λειοκάρηνος
λειόκαυλος
λειοκόνιτος
λειοκυμονέω
λειοκύμων
λειόμερος
λειόμιτος
λειοντῆ
λειοντομάχας
λειοντομάχης
λειοντοπάλας
λειοντοπάλης
λειοποιέω
λειοποίησις
λειόπους
λεῖος
λειόστρακον
λειόστρακος
λειόστρεα
λειόστρεια
λειοσώματος
…
λειμωνόθε(ν)
Save
Brill-Montanari
λειμωνόθε(ν)
[
λειμών
]
adv.
from a meadow
Il.
24.451
Theocr.
7.80.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}