Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λειπογάλακτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λειοντοπάλης
λειοποιέω
λειοποίησις
λειόπους
λεῖος
λειόστρακον
λειόστρακος
λειόστρεα
λειόστρεια
λειοσώματος
λειότης
λειοτριβέω
λειοτριβής
λειοτριχέω
λειοτριχιάω
λειουργέω
λειουρία
λείουρος
λείουσι
λειόφλοιος
λειόφυλλος
λειόχρως
λειόω
λειπ-
λειπανδρέω
λειπανδρία
λειπανθρωπία
Λειπεφίλη
λειπο
λειποβοτανέω
λειπογάλακτος
λειπογαλαξία
λειπογνώμων
λειπογράμματος
λειποδεής
λειποδερμ-
λειπόδερμος
λειποδρανέω
λειποδρανής
λειπόθηλος
λειποθυμ-
λειποθυμέω
λειποθύμημα
λειποθυμία
λειποθυμικός
λειπόθυμος
λειπόκρεως
λειπομαρτυρίου
λειποναύτης
λειπόνεως
λειπόπατρις
λειποπυρίας
λειποπωγωνία
λειπόρινος
λειποσαρκία
λειπόσαρκος
λειποσιτέω
λειποστρατέω
λειποστρατία
λειποστράτιον
λειποστράτιος
…
λειπογάλακτος
Save
Pape
λειπογάλακτος
, = λειπόθηλος, Eust. 1752.10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}