λειοντοπάλης
λειοντοπάλης, a wrestler with a lion
λειοντοπάλης [ᾰ], ου, Dor. -ᾱς, α, ὁ,
- wrestler with a lion, AP 9.237 (Eryc.).
λειοντο·πάλης, ου [ᾰ] adj. m. qui lutte contre un lion, Anth. 9, 237.
Étym. λείων, πάλη.
λειοντοπάλης, ὁ, p. statt λεοντοπάλης, ὁ, der Löwenringer, Herakles, Eryc. 4 (IX.237).
λειοντοπάλης
λειοντο-πάλης (ᾰ), ου, ὁ,
πάλη
poetic for λεοντ-,
- a wrestler with a lion, Anth.