λειόφλοιος
λειόφλοιος, smooth-barked
λειό-φλοιος, ον,
- smooth-barked, Thphr. HP 1.5.2, CP 5.7.2 (Comp.).
λειόφλοιος -ον [λεῖος , φλοιός ] smooth-barked Thphr. H.P. 1.5.2, al. ‖ compar. -ότερος Thphr. C.P. 5.7.2.
λειό·φλοιος, ος, ον, à écorce lisse, Th. H.P. 1, 5, 2 ; 9, 4, 2 ||
Cp. -ότερος, Th. C.P. 5, 7, 2.
Étym. λ. φλοιός.
λειόφλοιος, mit glatter Rinde, Theophr.