λειψίφωτος
λειψίφωτος, waning
λειψῐ-φωτος, ον,
- waning, Paul.Al. M. 4, Cat.Cod.Astr. 8(2).107.13, al.:—also λειψῐ-φως, Vett.Val. 191.6, Eust. 811.63; but ἥρωες . . λιψόφωτες (sic) who have quitted the light of day, PMag.Par. 1.1409.
λειψί·φωτος, ος, ον [ψῐ] c. le préc. P. Eg.
λειψίφωτος, = λειψιφαής, Sp.