λείτωρ
λείτωρ, priest
λείτωρ, ορος, ὁ,
- priest, ἀρωγὸς λ. Ath.Mitt. 12.283 (Athens); λείτορες· ἱέρειαι (fort. ἱερεῖς), Hsch.; cf. λείτειραι, λειτορεύω, ὁμολείτωρ, λῃτῆρες, λήτωρ.
λείτωρ -ορος, ὁ [see λήτωρ] priest, at Athens iIG 22.4817.25 (II-IIICE).