λήγω
λήγω, to stay, abate
- stay, abate, Ἰδομενεὺς δʼ οὐ λῆγε μένος μέγα Il. 13.424, cf. 21.305; λ. γόον AP 7.549 (Leon.Alex., s.v.l.): c. gen., οὐδέ κεν ὣς ἔτι χεῖρας ἐμὰς λήξαιμι φόνοιο would stay my hands from slaughter, Od. 22.63.
- II more freq. intr., leave off, cease, of speaking, etc., οὐ λήξω, πρὶν . . Il. 19.423; οὐδέ τʼ ἔληγε θεὸς μέγας 21.248; ἐν σοὶ μὲν λήξω, σέο δʼ ἄρξομαι 9.97, cf. Hes. Op. 368; λ. [ἡ ἀτραπὸς] κατὰ Ἀλπηνὸν πόλιν comes to an end at . ., Hdt. 7.216, cf. Th. 7.6; ἡ ἡμέρη ἔληγε Hdt. 9.52, cf. X. An. 7.6.6; of heat, wind, rain, etc., λ. μένος ἠελίοιο Hes. Op. 414; λήξαντος οὔρου Pi. P. 4.292; ψακὰς λ., νότος λ., A. Ag. 1534 (lyr.), S. Aj. 258 (anap.); ἅμα τῷ τοῦ σώματος ἄνθει λήγοντι Pl. Smp. 183e.
- 2 c. gen., stop, cease from a thing, ἔριδος, χόλοιο, φόνοιο, ἀπατάων, πόνου, χοροῖο, Il. 1.319, 224, 6.107, Od. 13.294, Il. 10.164, 3.394; ἀοιδῆς Hes. Th. 48 (dub. l.); κλαυμάτων A. Pers. 705 (troch.); θρήνων, γόων, S. El. 104 (anap.), 353; ὀδύνης Pl. Phdr. 255d; λ. τοῦ βίου, i.e. to die, X. Ap. 8; φύλλα πτόρθοιο λ. Hes. Op. 421; also λ. ἀπʼ ἔργων A.R. 4.928: c. dat., λ. τῇ αὐθαδίᾳ PTeb. 16.9 (ii B.C.).
- 3 c. part., ὁπότε λήξειεν ἀείδων Il. 9.191, cf. Od. 8.87; οὐ πρὶν λήξω . . ἐναρίζων Il. 21.224; εὖτʼ ἂν φλέγων . . ἥλιος χθόνα λήξῃ A. Pers. 365, cf. 831; τὸ σκέλος ῥίψαντες λήγομεν Ar. Pax 332; λήγει κινούμενον Pl. Phdr. 245c, etc.
- 4 with Preps., λ. ἔς τι Hdt. 4.39, Plot. 3.2.2; ἐπὶ τῶν ὀνειδῶν App. Hisp. 75 (73).
- 5 Gramm., terminate, of a word, εἰς ε̄ λ. A.D. Pron. 11.9, cf. D.T. 639.20; also λήγεσθαι c. dat., μακρᾷ, βραχείᾳ, An.Ox. 2. 313.
- 6 follow logically, Them. in Ph. 115.5; τὸ λῆγον, opp. τὸ ἡγούμενον, the consequent, opp. antecedent, Chrysipp.Stoic. 2.70, S.E. P. 2.111, 112.
- 7 of months, = φθίνω, IG 12(3).325.20 (Thera); also περὶ λήγοντα τὸν ἐνιαυτόν D. 24.98; τοῦ χειμῶνος -οντος Th. 5.81; so perh. εἰς τὸ λῆγον is to be read for εἰς τὸ λῆγος in Gp. 12.1.4.
🄰 usu. intrans. to stop, finish, leave off Il. 19.423 Soph. Ai. 258 Plat. Symp. 183e etc.; ἐν σοὶ μὲν λήξω, σέο δ’ ἄρξομαι I will end with you, and from you I will begin Il. 9.97; ὡς δὲ ἥ τε ἡμέρη ἔληγε καὶ οἱ ἱππέες ἐπέπαυντο at dayʼs end, when the cavalrymen had ceased their assault Hdt. 9.52; λήξαντος οὔρου when the wind had dropped Pind. P. 4.292; ψακὰς δὲ λήγει the rain stops Aeschl. Ag. 1534 | analog. περὶ λήγοντα τὸν ἐνιαυτόν toward the end of the year Demosth. 24.98; ἔαρος λήγοντος at the end of spring Theocr. 22.43 |
🄱 trans. to make finish, put an end to, stop
● epic aor. 3. pl. ἔλληξαν Ap. 2.84.
1. ophouden, stoppen:
2. causat. met acc., alleen ep. doen ophouden, staken:
Fut. λήξω Il. 9.97, Il. 19.423, Il. 21.224.
Infin. λήξειν Od. 13.294.
3 pl. aor. λῆξαν Il. 6.107.
Opt. λήξαιμι Od. 22.63.
3 sing. λήξειε Il. 9.191 : Od. 8.87. (ἀπο-, μεταλλήγω).
- 1
To cease, give over, desist, stop : οὐδʼ ἔληγε θεός Il. 21.248. Cf. Il. 9.97, Il. 19.423.
- 2
To cease or desist from.
With genit. : ἔριδος Il. 1.210, 319, Il. 9.257, Il. 21.359, χοροῖο νέον λήγοντα
(pple. of the impf., having just ...) Il. 3.394. Cf. Il. 1.224, Il. 6.107, Il. 10.164: Od. 13.294.With complementary pple. : ὁπότε λήξειεν ἀείδων Il. 9.191. Cf. Il. 21.224 : Od. 8.87.
- 3
To cause to cease from something, put restraint upon : οὐ λῆγε μένος μέγα Il. 13.424. Cf. Il. 21.305.
With genit. indicating that from which one restrains : φόνοιο Od. 22.63.
- 1
- 1come to an end δείπνου δὲ λήγοντος γλυκὺ τρωγάλιον fr. 124c. λήξαντος οὔρου having slackened P. 4.292
- Ito stay, abate, like παύω, Il.:—c. gen., χεῖρας λήγειν φόνοιο to stay hands from murder, Od.
- IIintr. to leave off, cease, come to an end, Il., Hdt., Attic: c. gen. to stop or cease from a thing, χόλοιο, φόνοιο, etc., Il., Attic: c. part to cease doing, λήγειν ἀείδων Il., etc.
-
…τοῦ βίου ; ὅσῳ γὰρ ἄνδρες ἀμείνους ἦσαν, τοσούτῳ τοῖς καταλειπομένοις τὸ πένθος μεῖζον. πῶς δʼ αὐτοὺς χρὴ λῆξαι τῆς λύπης ; πότερον ἐν ταῖς τῆς πόλεως συμφοραῖς ; ἀλλὰ τότε αὐτῶν εἰκὸς καὶ τοὺς ἄλλους μεμνῆσθαι. ἀλλʼ…
Lysias, Speeches
-
…πίμπλησι καλιὴν οὐδʼ ἀναβαλλόμενος · μελέτη δὲ τὸ ἔργον ὀφέλλει · αἰεὶ δʼ ἀμβολιεργὸς ἀνὴρ ἄτῃσι παλαίει. ἦμος δὴ λήγει μένος ὀξέος ἠελίοιο καύματος ἰδαλίμου, μετοπωρινὸν ὀμβρήσαντος Ζηνὸς ἐρισθενέος, μετὰ δὲ τρέπεται βρότεος χρὼς πολλὸν ἐλαφρότερος · δὴ…
Hesiod, Works and Days
-
…κὰκ κεφαλῆς εἴρυσσε, κάλυψε δὲ καλὰ πρόσωπα · αἴδετο γὰρ Φαίηκας ὑπʼ ὀφρύσι δάκρυα λείβων. ἦ τοι ὅτε λήξειεν ἀείδων θεῖος ἀοιδός, δάκρυ ὀμορξάμενος κεφαλῆς ἄπο φᾶρος ἕλεσκε καὶ δέπας ἀμφικύπελλον ἑλὼν σπείσασκε θεοῖσιν · αὐτὰρ ὅτʼ ἂψ…
Homer, Odyssey
-
…ἐσθλὸν μὲν παρεόντος ἑλέσθαι, πῆμα δὲ θυμῷ χρηίζειν ἀπεόντος, ἅ σε φράζεσθαι ἄνωγα. ἀρχομένου δὲ πίθου καὶ λήγοντος κορέσασθαι, μεσσόθι φείδεσθαι · δειλὴ δʼ ἐνὶ πυθμένι φειδώ. μισθὸς δʼ ἀνδρὶ φίλῳ εἰρημένος ἄρκιος ἔστω. καί…
Hesiod, Works and Days
-
…νυ τὸ οἶδα καὶ αὐτὸς ὅ μοι μόρος ἐνθάδʼ ὀλέσθαι νόσφι φίλου πατρὸς καὶ μητέρος · ἀλλὰ καὶ ἔμπης οὐ λήξω πρὶν Τρῶας ἅδην ἐλάσαι πολέμοιο. ἦ ῥα, καὶ ἐν πρώτοις ἰάχων ἔχε μώνυχας ἵππους. ὣς οἳ μὲν…
Homer, Iliad
-
…ἀντιάσειε. σχέτλιε, ποικιλομῆτα, δόλων ἆτʼ, οὐκ ἄρʼ ἔμελλες, οὐδʼ ἐν σῇ περ ἐὼν γαίῃ, λήξειν ἀπατάων μύθων τε κλοπίων, οἵ τοι πεδόθεν φίλοι εἰσίν. ἀλλʼ ἄγε, μηκέτι ταῦτα λεγώμεθα, εἰδότες ἄμφω…
Homer, Odyssey
-
…δʼ εἶπε πρός με βαίʼ, ἀεὶ δʼ ὑμνούμενα · γύναι, γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ φέρει. κἀγὼ μαθοῦσʼ ἔληξʼ, ὁ δʼ ἐσσύθη μόνος. καὶ τὰς ἐκεῖ μὲν οὐκ ἔχω λέγειν πάθας · ἔσω δʼ ἐσῆλθε συνδέτους ἄγων…
Sophocles, Ajax
-
…βεβήκει δώματʼ ἐς αἰγιόχοιο Διὸς μετὰ δαίμονας ἄλλους. Πηλεΐδης δʼ ἐξαῦτις ἀταρτηροῖς ἐπέεσσιν Ἀτρεΐδην προσέειπε, καὶ οὔ πω λῆγε χόλοιο · οἰνοβαρές, κυνὸς ὄμματʼ ἔχων, κραδίην δʼ ἐλάφοιο, οὔτέ ποτʼ ἐς πόλεμον ἅμα λαῷ θωρηχθῆναι οὔτε…
Homer, Iliad
-
…, οὐρανόθεν · πρὸ δέ μʼ ἧκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη ἄμφω ὁμῶς θυμῷ φιλέουσά τε κηδομένη τε · ἀλλʼ ἄγε λῆγʼ ἔριδος, μηδὲ ξίφος ἕλκεο χειρί · ἀλλʼ ἤτοι ἔπεσιν μὲν ὀνείδισον ὡς ἔσεταί περ · ὧδε γὰρ ἐξερέω ,…
Homer, Iliad
-
…θυμὸν ἔτερπεν, ἄειδε δʼ ἄρα κλέα ἀνδρῶν. Πάτροκλος δέ οἱ οἶος ἐναντίος ἧστο σιωπῇ, δέγμενος Αἰακίδην ὁπότε λήξειεν ἀείδων, τὼ δὲ βάτην προτέρω, ἡγεῖτο δὲ δῖος Ὀδυσσεύς, στὰν δὲ πρόσθʼ αὐτοῖο · ταφὼν δʼ ἀνόρουσεν…
Homer, Iliad