λῃδάριον Save Bailly 2024 Pape λῃδάριον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de λῇδος 2, Ar. Av. 715, 915. λῃδάριον, τό, dim. von λῇδος ; Ar. Av. 715 sagt χρὴ χλαῖναν πωλεῖν ἤδη καὶ λῃδάριόν τι πρίασθαι, vgl. 915.