ληθαργία
ληθαργία, drowsiness
ληθαργ-ία, ἡ,
- drowsiness, Com.Adesp. 344 (pl.).
ληθαργία -ας, ἡ [λήθαργος ] sleepiness Com. 910.2.
ληθαργία, ion. ληθαργίη, ης (ἡ) léthargie, Hpc. 484, 17, etc.
Étym. λήθαργος.
ληθαργία, ἡ, = λήθαργος 2, Sp.