ληθαργώδης
ληθαργ-ώδης, ες,
- = ληθαργικός, Dsc. Ther. 15, Gal. 7.466. Adv. -δῶς Dsc. 4.64.
ληθαργώδης -ες [λήθαργος ] lethargic [Diosc.2] Th. 15 Gal. 7.466, see ληθαργικός ◆ adv. ληθαργωδῶς : βαπτίζει (ὕπνῳ) λ. he sinks into a lethargic sleep Diosc.2 4.64.4.
ληθαργώδης, ης, ες, léthargique, Diosc. Th. 15 ; Gal. 7, 153.
Étym. λήθαργος, -ωδης.
ληθαργώδης, ες, = ληθαργικός, Diosc.