ληκητής Save ληκητής, bawler LSJ Brill-Montanari ληκητής, οῦ, ὁ, (ληκέω) bawler, ἀγοραίων λ. ἐπέων Timo 42. ληκητής -οῦ, ὁ [ληκέω] person who shouts Timo 42.