ληκαλέος Save Brill-Montanari Bailly 2024 Pape ληκαλέος see λαικαλέος. ληκαλέος, α, ον [ᾰ] obscène, Luc. Lex. 12. Étym. ληκάω. ληκαλέος, hurerisch, Luc. Lexiph. 12, wo vulg. λεκαλέος.