λιγιπενές
λιγιπενές, bandum
λιγιπενές· ἀσθενές, ἀγεννές, Hsch. (cf. ὀλιγηπελής). λίγνον, =
- bandum (‘bannerʼ), Gloss. (σίγνον Scaliger). λιγνύζων, ὁ, v. λιθίζω.