Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιγύθυμος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λίγδος
λίγεια
Λίγεια
λίγειος
λιγέως
λιγήϊα
λιγήϊος
Λίγηρ
λιγιπενές
λιγκούριον
λίγλα
λίγνη
λιγνυόεις
λιγνύς
λιγνυώδης
λιγνωτός
λὶγξ
λίγξε
λιγουρά
λιγουροκώτιλος
λιγουρός
λιγρόν
λιγύ
λιγυάοιδος
Λιγυαστάδης
Λιγυᾳστάδης
λιγυαχής
λιγυηχής
λιγύθροος
λιγύθρους
λιγύθυμος
λιγυκλαγγής
λιγύκορτος
λιγύκροτος
λιγυμακρόφωνος
λιγύμολπος
λιγύμοχθος
λιγύμυθος
λιγυπνείων
λιγύπνοιος
λιγύπνοος
λιγυπτερόφωνος
λιγυπτέρυγος
Λιγυρία
λιγυρίζω
λιγύριον
λιγύρισμα
λιγυρόθροος
λιγυρόκτυπος
λιγυροκώτιλος
λιγυρόπνοος
λιγυρός
λίγυρος
λιγυρότης
λιγυρόφωνος
λιγυρῶς
λιγύς
Λίγυς
λίγυσμα
λιγυστικόν
Λιγυστικός
…
λιγύθυμος
Save
Pape
λιγύθυμος
, [ῡ], Lesart des cod. Vat. für λιγύμυθος,
Ep.adesp
. 690 (VII.343).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}