Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιγνωτός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λιβυφοῖνιξ
Λιβυφοίτης
λίβω
Λίβων
λίγα
λιγαίνω
λιγάνταρ
Λιγάριος
Λιγγεύς
Λίγγονες
Λιγγονικός
λιγγούριον
λίγγω
λίγδα
λίγδην
λίγδος
λίγεια
Λίγεια
λίγειος
λιγέως
λιγήϊα
λιγήϊος
Λίγηρ
λιγιπενές
λιγκούριον
λίγλα
λίγνη
λιγνυόεις
λιγνύς
λιγνυώδης
λιγνωτός
λὶγξ
λίγξε
λιγουρά
λιγουροκώτιλος
λιγουρός
λιγρόν
λιγύ
λιγυάοιδος
Λιγυαστάδης
Λιγυᾳστάδης
λιγυαχής
λιγυηχής
λιγύθροος
λιγύθρους
λιγύθυμος
λιγυκλαγγής
λιγύκορτος
λιγύκροτος
λιγυμακρόφωνος
λιγύμολπος
λιγύμοχθος
λιγύμυθος
λιγυπνείων
λιγύπνοιος
λιγύπνοος
λιγυπτερόφωνος
λιγυπτέρυγος
Λιγυρία
λιγυρίζω
λιγύριον
…
λιγνωτός
Save
Pape
λιγνωτός
, = λεγνωτός,
v.l.
bei Nic.
Ther
. 726.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}