λιποτριχής
λιποτριχής, having lost one’s hair
λῐπο-τρῐχής, ές,
- = λιπόθριξ, AP 9.52 (Carph.); λῐπό-τρῐχος, ον, Nonn. D. 26.159.
λῐποτρῐχής -ές [λιπότριχος] bald Carp. (AP 9.52.2).
λιπο·τριχής, mieux que λειπο·τριχής, ής, ές [ῐῐ] c. λιπόθριξ, Anth. 9, 52.
λιποτριχής, ές, = λιπόθριξ, Carphyllids. 1 (IX.52).
λιποτριχής
λῐπο-τρῐχής, ές
θρίξ
- having lost oneʼs hair, Anth.