λιτανευτός
λιτανευτός, begged, entreated
λῐτᾰν-ευτός, ή, όν,
- begged, entreated, Hsch. s.v. ἀμφιλίτην.
λῐτᾰνευτός -ή -όν [λιτανεύω] prayed, begged Hsch. s.v. ἀμφιλίτην.
λιτανευτός, begged, entreated