Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιτοίμην
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λίσχροι
λίσχρος
λισχρός
λῖτα
λιτά
λιτάζομαι
λιταίνω
λιταῖος
λιτανεία
λιτανευτικός
λιτανευτός
λιτανεύω
λιτανός
λιταργιέω
λιταργίζω
λιταργισμός
λίταργος
λιτασμός
Λίτερνον
λιτέσθαι
λιτή
λιτήρ
λιτῆρα
λιτήσιος
λιτί
λιτιγάτωρ
λιτιγιόσος
λιτόβιος
λιτοβόρος
λιτοδίαιτος
λιτοίμην
λίτομαι
λιτοργός
λιτός
λιτότης
λιτουργέω
λιτούργημα
λιτουργόν
λιτουργός
λιτοφαγία
λίτρα
λιτραῖος
λιτρασμός
λιτριαῖος
λιτρίζω
λιτρίς
λιτρισμός
λιτροδόκη
λιτρόμηλον
λίτρον
λιτροπώλης
Λίτρος
λιτροσκόπος
λιτρώδης
λιττάς
Λιτυέρσης
λιτυέρσης
λίτυον
λιτῶς
λιφαιμέω
λιφαιμία
…
λιτοίμην
Save
Cunliffe Homer
λιτοίμην
aor. opt. λίσσομαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}