Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιτοργός
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λισχρός
λῖτα
λιτά
λιτάζομαι
λιταίνω
λιταῖος
λιτανεία
λιτανευτικός
λιτανευτός
λιτανεύω
λιτανός
λιταργιέω
λιταργίζω
λιταργισμός
λίταργος
λιτασμός
Λίτερνον
λιτέσθαι
λιτή
λιτήρ
λιτῆρα
λιτήσιος
λιτί
λιτιγάτωρ
λιτιγιόσος
λιτόβιος
λιτοβόρος
λιτοδίαιτος
λιτοίμην
λίτομαι
λιτοργός
λιτός
λιτότης
λιτουργέω
λιτούργημα
λιτουργόν
λιτουργός
λιτοφαγία
λίτρα
λιτραῖος
λιτρασμός
λιτριαῖος
λιτρίζω
λιτρίς
λιτρισμός
λιτροδόκη
λιτρόμηλον
λίτρον
λιτροπώλης
Λίτρος
λιτροσκόπος
λιτρώδης
λιττάς
Λιτυέρσης
λιτυέρσης
λίτυον
λιτῶς
λιφαιμέω
λιφαιμία
λίφαιμος
λιφερνέω
…
λιτοργός
Save
Brill-Montanari
λιτοργός
-όν
Sem.
7.12,
Ion.
for
λιτουργός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}