λογχίδιον
λογχ-ίδιον, τό,
- Dim. of λόγχη (A), Hsch. s.v. ζιβύνια.
λογχίδιον -ου, τό [λόγχη] a small spear Hsch. 2.261.54.
λογχίδιον, τό, dim. von λόγχη, Hesych.