λογχίς
λογχ-ίς, ίδος, ἡ,
- = λόγχη (A), Lycophronid. 2.
λογχίς -ί̆δος, ἡ [λόγχη] a small spear Lycophron. 2.3.
λογχίς, ίδος (ἡ) [ῐδ] dim. de λόγχη, Lycophronid. (Ath. 670e).
λογχίς, ίδος, ἡ, dim. von λόγχη, kleine Lanze, θηροφόνος, Lycophronid. bei Ath. XV.670e.